Τρίτη 15 Νοεμβρίου 2011

Γ.Δραγασάκης: Η πολιτική κρίση ήρθε για να μείνει


Η πολιτική κρίση που σήμερα ζούμε ήταν θέμα χρόνου να εκδηλωθεί ανοιχτά. Η πολιτική κρίση δεν προέκυψε από το πουθενά. Αποτελεί συνέχεια της οικονομικής και κοινωνικής κρίσης. Στην πραγματικότητα είναι η ίδια η κοινωνική κρίση που έγινε πολιτική όταν ο λαός και η νεολαία νίκησαν τον φόβο, βγήκαν στις πλατείες, ψήφιζαν καθημερινά. Καθοριστικό ρόλο γι’ αυτή την αφύπνιση έπαιξε βέβαια η χρεωκοπία της πολιτικής του Μνημονίου, η προσβολή της αξιοπρέπειας του λαού, η επίθεση στις ανάγκες του, η συνειδητοποίηση πως δεν βρισκόμαστε σε μια πορεία εξόδου από την κρίση αλλά σε ένα κυλιόμενο αδιέξοδο θυσιών χωρίς ελπίδα. Τέλος, συμβολή στην εκδήλωση και την ένταση της πολιτικής κρίσης είχαν και ενοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις και ανταγωνισμοί «κορυφών» για τον έλεγχο των τραπεζών, των μέσων μαζικής ενημέρωσης, των όποιων κερδοφόρων ευκαιριών αναδειχθούν μέσα από τα κοινωνικά ερείπια και τις οικονομικές καταστροφές.

Δεν ήταν λοιπόν οι ατυχείς χειρισμοί του κ. Παπανδρέου που οδήγησαν στην ανοιχτή πολιτική κρίση. Ήταν, αντίθετα, η ογκούμενη κοινωνική και πολιτική κρίση που υποχρέωσαν τον κ. Παπανδρέου σε ταχτικούς χειρισμούς, ελιγμούς και τελικά σε παραίτηση.



Λιτότητα χωρίς τέλος

Η πεισματική προσπάθεια παράκαμψης των εκλογών και της λαϊκής ετυμηγορίας, στο όνομα πάντα «της υπεράσπισης της πατρίδας», αποτελεί μια αρνητική ιδρυτική κληρονομιά της νέας κυβέρνησης. Η νέα κυβέρνηση θα προσπαθήσει να δώσει την επίφαση μιας διαπραγμάτευσης για μια δανειακή σύμβαση και ένα νέο Μνημόνιο, πολυετές, το πλαίσιο του οποίου είναι ήδη προσδιορισμένο με σαφήνεια στην εμπιστευτική έκθεση του διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, και στην απόφαση της Συνόδου Κορυφής.

Η νέα συμφωνία καθιστά μόνιμο ό,τι ως τώρα προβαλλόταν ως έκτακτο και προσωρινό. Θεσμοθετεί τη διαρκή λιτότητα, τη χωρίς όριο ρευστοποίηση της δημόσιας περιουσίας, τις απολύσεις και τις μειώσεις μισθών. Κι όλα αυτά για να μειωθεί το χρέος, ως ποσοστό του ΑΕΠ, στην καλύτερη των περιπτώσεων, στο 120% το 2020. Δεδομένου ότι στα επίπεδα αυτά το χρέος δεν θα είναι και πάλι «βιώσιμο», οι πιέσεις για νέους κύκλους λιτότητας εκτείνονται και πέραν του 2020. Η απουσία χρονικού ορίου στη λιτότητα σημαίνει ότι δεν υπάρχει ούτε χρονικό ούτε ποσοτικό όριο στην έκταση της φτώχειας, της ανεργίας, της υποβάθμισης της δημοκρατίας, του «εκβαρβαρισμού» της κοινωνίας. Γιατί στ’ αλήθεια ένα «εθνικό κοινοβούλιο» να επικυρώσει μια τέτοια τυφλή πορεία; Γιατί μια δύναμη, ακόμη και αστική, να δώσει θετική ψήφο σε ένα κυλιόμενο αδιέξοδο, σ’ ένα βαρέλι χωρίς πάτο, όπως και κ. Βενιζέλος ως πρόσφατα έλεγε;



Το επιχείρημα ότι δεν υπάρχει άλλη λύση αυτοαναιρείται από το γεγονός ότι δεν υπήρξε, δεν οργανώθηκε και δεν επιδιώχθηκε ποτέ καμία συνολική και επί της ουσίας διαπραγμάτευση. Το επιχείρημα ότι αν δεν επικυρωθεί η νέα συμφωνία «θα μας διώξουν από το ευρώ» είναι το άλλοθι όσων θέλουν να παριστάνουν τους σωτήρες του έθνους, ενώ με τις αποφάσεις τους οδηγούν σ’ αυτό που υποτίθεται θέλουν να αποφύγουν. Άλλωστε την ώρα που η ελληνική κοινωνία εκβιάζεται με το επιχείρημα «ή το αποδέχεστε ή φεύγετε από το ευρώ», το ίδιο το ανώτατο οικονομικό συμβούλιο, το λεγόμενο «συμβούλιο των σοφών» ενημερώνει την κ. Μέρκελ, στην έκθεση που της υπέβαλε πρόσφατα, για το ατελέσφορο της νέας συμφωνίας. «Στο πλαίσιο μιας οικονομίας σε πτώση», λένε οι σύμβουλοι της κ. Μέρκελ, «η δημοσιονομική προσαρμογή μπορεί να αποδειχθεί πιο δύσκολη, και τα αποτελέσματα μπορεί να απογοητεύσουν τις αγορές, ακόμη κι αν οι χώρες δείχνουν ετοιμότητα και θέληση να λάβουν σκληρά, περιοριστικά μέτρα» (German Council of economic experts - Annual Report, 2011/12, p.3).

Πώς λοιπόν η ελληνική βουλή θα ψηφίσει μια συμφωνία όταν κορυφαία επιτελεία προεξοφλούν ουσιαστικά την αποτυχία της προβλεπόμενης από αυτήν πολιτικής; Τι θα συμβεί και ποια θα είναι η κατάσταση της κοινωνίας όταν αυτό εκ των υστέρων διαπιστωθεί; Η λογική του «κάντε τώρα αυτά και βλέπουμε», την οποία αποδέχθηκε ο κ. Παπανδρέου, υιοθετείται τώρα και από τον κ. Σαμαρά, παρά τις καταστροφικές συνέπειες που αυτή είχε. Η νέα κυβέρνηση επομένως μπορεί να αμβλύνει πρόσκαιρα την πολιτική κρίση, αλλά δεν μπορεί να αναιρέσει τις αιτίες που την προκάλεσαν. Το Μνημονιακό Μπλοκ θα διαθέτει στη νέα φάση όντως ευρύτερη πολιτική στήριξη. Όμως η «κοινωνική του βάση» θα συρρικνώνεται από την εφαρμοζόμενη πολιτική. Για τους λόγους αυτούς δεν αποκλείονται νέοι πολιτικοί σχεδιασμοί, είτε στην κατεύθυνση ενός μεγάλου συνασπισμού ΠΑΣΟΚ - Ν.Δ. (και λοιπών προθύμων), είτε στην κατεύθυνση της υπέρβασης του χρεωκοπημένου δικομματισμού. Και βέβαια δεν αποκλείονται καθόλου προσπάθειες διάσπασης, οικειοποίησης και εγκλωβισμού τμημάτων της αριστεράς στα σχετικά εγχειρήματα, μαζί με προσπάθειες περιθωριοποίησης και φίμωσης συνολικά της αριστεράς.



Ευρώ: Η κρίση γενικεύεται

Η νέα συμφωνία «διάσωσης» δεν εντάσσεται σε κάποια συνολική ευρωπαϊκή λύση. Αντιθέτως, η στρατηγική παραμένει να εξετάζεται το χρέος της κάθε χώρας ξεχωριστά. Όμως το χρέος των περισσότερων χωρών, στον έναν ή τον άλλο βαθμό, απαιτεί ρύθμιση, διαφορετικά, με τα σημερινά δεδομένα, ούτε η Γερμανία θα είναι σε θέση να ρίξει το χρέος της στο 60%, όπως απαιτούν οι ευρωπαϊκές συνθήκες. Η ανάγκη λοιπόν για μια συνολική πολυμερή λύση, η οποία θα απαλλάξει τα κράτη, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, από ένα μεγάλο μέρος του παλιού χρέους, γίνεται πιο εμφανής τώρα που η Ιταλία μπαίνει δυναμικά στην κρίση, και η Γαλλία φαίνεται να γίνεται, ακόμη κι αυτή, στόχος κερδοσκοπικών επιθέσεων.

Στην πραγματικότητα, λόγω της διαπλοκής των δημόσιων οικονομικών με την ύφεση και την κρίση των τραπεζών, όλη η Ευρώπη βρίσκεται σε ένα φαύλο κύκλο, σε μια παγίδα του χρέους που απειλεί με γενικευμένη ύφεση, τόσο την ίδια όσο και την παγκόσμια οικονομία. Μόνο μια συνολική λύση που θα βασίζεται σε ένα νέο ρόλο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας, σε κοινούς ευρωπαϊκούς φόρους, και σε μηχανισμούς αναδιανομής και αλληλεγγύης, θα μπορούσε να απελευθερώσει τους λαούς της Ευρώπης από την παγίδα του χρέους και της λιτότητας. Αντί γι’ αυτό, αναζητούνται βοήθειες από την Κίνα και αλλού για να στηριχθεί το σημερινό συντηρητικό ευρωπαϊκό οικοδόμημα και η συναίνεση της ευρωπαϊκής δεξιάς και της σοσιαλδημοκρατίας, που ευθύνονται γι’ αυτό. Για να πάει μπροστά η Ευρώπη πρέπει να σπάσει αυτή η συναίνεση, να αλλάξουν οι συσχετισμοί, να δυναμώσει ο ρόλος των κινημάτων και της αριστεράς, και στην Ευρώπη και στην κάθε χώρα ξεχωριστά.



Μόνο η αριστερά μπορεί να ανοίξει νέους δρόμους

Τόσο οι εσωτερικές εξελίξεις λοιπόν όσο και οι ευρωπαϊκές κάνουν αναγκαίο έναν αναβαθμισμένο ρόλο της αριστεράς στις εξελίξεις, και στην Ελλάδα και στην Ευρώπη.

Η «τούμπα» του κ. Σαμαρά και η προσχώρηση της Ν.Δ. στο μνημονιακό μπλοκ, αποδεικνύει αυτό που ήταν γνωστό εξαρχής, ότι δηλαδή μόνο η αριστερά μπορεί να εκφράσει μια εναλλακτική και ανταγωνιστική προς το Μνημόνιο στρατηγική, και να ανοίξει νέους δρόμους. Όμως ένας τέτοιος ρόλος δεν είναι χωρίς απαιτήσεις. Ασφαλώς η γενίκευση της κρίσης και τα ρήγματα στον δικομματισμό προσφέρουν στην αριστερά νέα, ευρύτερα ακροατήρια, με ζωηρό ενδιαφέρον για τις θέσεις της. Όμως το κοινό αυτό δεν ενδιαφέρεται για τις εσωτερικές έριδες της αριστεράς, αλλά για τις προοπτικές που αυτή μπορεί να δώσει.

Στις νέες συνθήκες θα γίνει πιο έντονη η απαίτηση, η εναλλακτική πολιτική της αριστεράς να αποκτά ορατότητα και να απαντά στα υπαρκτά προβλήματα, αντί να παραπέμπει τη λύση τους στο απροσδιόριστο μέλλον. Πόσο πειστική είναι αλήθεια η υπόσχεση του ΚΚΕ πως … όταν πάρει την εξουσία θα διαγράψει το χρέος; Όταν στις αντιπαραθέσεις του σήμερα δηλώνει στην πράξη αποχή; Ποιες σκοπιμότητες εξυπηρετούν οι διαμάχες στον άξονα ‘δραχμή ή ευρώ’, όταν ούτε το ΚΚΕ ούτε και καμία άλλη πολιτική δύναμη δεν προτείνουν την άμεση επιστροφή στη δραχμή;

Ασφαλώς οι αντιστάσεις είναι αναγκαίος όρος ύπαρξης της κοινωνίας, και ασφαλώς το όχι στην κατάργηση αδιαπραγμάτευτων δικαιωμάτων και δημόσιων αγαθών δεν είναι άρνηση αλλά θέση, κόκκινη γραμμή. Όμως η κρίση που ζούμε είναι κρίση των διαμορφωμένων μοντέλων οικονομίας και πολιτικής. Είναι κρίση των κυρίαρχων ιδεών και της ορθόδοξης οικονομικής σκέψης σε όλες της τις εκδοχές. Λύσεις στα προβλήματα της κοινωνίας απαιτούν νέες ιδέες, «ανορθόδοξες» πολιτικές, αδοκίμαστες μεθόδους, κοινωνικούς πειραματισμούς.

Τα περιθώρια υπεράσπισης των δικαιωμάτων είναι περιορισμένα αν ο αγώνας γι’ αυτά δεν εντάσσεται σε μια στρατηγική που να αποσκοπεί από τώρα σε νέους τρόπους παραγωγής και διανομής, με βάση τη λογική των αναγκών και όχι της μεγιστοποίησης του κέρδους. Πολλές από τις ιδέες που διατυπώσαμε στο πρόγραμμά μας στην αρχή της κρίσης, τώρα ίσως γίνονται πιο κατανοητές και πάντως πιο επίκαιρες. Όταν, για παράδειγμα, λέμε ότι έχουμε επιστρέψει στη δεκαετία του ’60 από την άποψη του όγκου της ανεργίας, δεν σημαίνει ότι διαθέτουμε σήμερα τις δυνατότητες εκείνης της εποχής, για να αντιμετωπίσουμε την ανεργία. Ακόμη λοιπόν και αν η ύφεση σταματούσε αύριο, δεν θα μπορέσει ποτέ να απορροφηθεί το «απόθεμα» του ενός εκατομμυρίου ανέργων με ορθόδοξες πολιτικές. Μόνο με νέες μορφές μιας αλληλέγγυας οικονομίας θα μπορούσε αυτό να επιτευχθεί.

Το ζητούμενο λοιπόν, από μια κοινωνία που ασφυκτιά ανάμεσα σε σενάρια καταστροφής, δεν είναι πώς θα επιλέξουμε ανάμεσα στο ένα ή στο άλλο σενάριο καταστροφής. Το ζητούμενο για μια κοινωνία που βλέπει παντού αδιέξοδα δεν είναι πώς θα επιστρέψουμε στη μια ή την άλλη μορφή του παρελθόντος. Το ζητούμενο είναι πώς θα ανοίξουμε, και για την αριστερά και για την κοινωνία, νέους δρόμους μέσα από τη συνεργασία, τον ειλικρινή διάλογο, την κοινή δράση και την ενότητα, παρά τις διαφορές, με βάση τις ανάγκες του παρόντος και του μέλλοντος, και όχι τις διαχωριστικές γραμμές ή τις προκαταλήψεις του χθες.