Κυριακή 7 Νοεμβρίου 2010

Η αριστερά και η χιονοστιβάδα των επερχόμενων εξελίξεων



Του ΓΙΑΝΝΗ ΔΡΑΓΑΣΑΚΗ*

Σήμερα το βράδυ οι διάφοροι συνδυασμοί που στηρίζουν δυνάμεις της αριστεράς θα καταγράψουν τις επιδόσεις τους. Και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι θα έχουμε την ευκαιρία να ξεχωρίσουμε θετικές εκπλήξεις, κυρίως εκεί που οι συνθήκες επέτρεψαν κάποια μορφή ευρύτερης συσπείρωσης. Όμως, ακόμη και αν τα παραδείγματα αυτά αποδειχθούν περισσότερα από όσα αναμένουμε, η συνολική εικόνα θα κυριαρχείται από το ερώτημα: Γιατί αυτός ο κατακερματισμός; Ήσαν τελικά τόσο αναπόφευκτες οι τόσες διαφοροποιήσεις; Ποια θα ήταν η εικόνα των αποτελεσμάτων, αν όχι μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά η ευρύτερη αριστερά είχε μια ενιαία παρουσία και κοινή κάθοδο στις εκλογές; Δεν θα ήταν στον δεύτερο γύρο σε πάρα πολλούς δήμους και σε πολλές περιφέρειες της χώρας;

Όμως, πέρα από τα αποτελέσματα των σημερινών εκλογών, υπάρχουν πολύ σοβαρότεροι λόγοι που επιβάλλουν να ξανασκεφθούμε την πορεία της αριστεράς μετά τις εκλογές. Μια πρώτη πηγή προβληματισμού ασφαλώς είναι οι εσωτερικές εξελίξεις. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της Ν.Δ. ευθύνονται για το κατάντημα στο οποίο ως κοινωνία έχουμε φτάσει.

Όμως ήταν αναπόφευκτο να φτάσουμε έως εδώ; Ήταν αναπόφευκτο να έχουμε αυτή την παράδοση στην τρόικα; Ήταν αναπόφευκτο να φτάσουμε έως τη διάλυση της κοινωνικής ασφάλισης, έως την κατάργηση του κατώτατου μισθού και την ακύρωση κατακτήσεων ενός αιώνα; Και πώς θα αποτρέψουμε τη διάλυση του κοινωνικού κράτους που είναι ο επόμενος στόχος τους; Μήπως λοιπόν στις εξελίξεις αυτές αντανακλάται και η αδυναμία της αριστεράς υπό την παρούσα, κατακερματισμένη μορφή της;



Ο κοινωνικός πόλεμος

Το ερώτημα αυτό, ακόμη και αν το παρακάμψουμε εμείς, θα επανέρχεται διαρκώς με διάφορες αφορμές, διότι τα όσα ζούμε δεν είναι μια μπόρα που θα περάσει, αλλά μια νέα «κανονικότητα» του καπιταλισμού. Είναι ο χαρακτήρας της νέας εποχής στην οποία έχουμε εισέλθει. Είναι ο κοινωνικός πόλεμος ενάντια στους μισθούς, την εργασία και το κοινωνικό κράτος, που απλώνεται ήδη σε όλη την Ευρώπη, διότι ο συσσωρευμένος πλούτος μπορεί να προστατεύσει την αξία του μόνο αν το κόστος της κρίσης το επιρρίψουν στον κόσμο της εργασίας και το κοινωνικό κράτος.

Αυτή όμως η κατευθυνόμενη υστερία της λιτότητας δεν είναι «φυσική ανάγκη» αλλά επιλογή του συστήματος, έκφραση του συσχετισμού των δυνάμεων και άρα μια συμπαράταξη της αριστεράς, εδώ και στην Ευρώπη και παντού, μπορεί να την ανατρέψει ή να υποχρεώσει τον καπιταλισμό σε αναδίπλωση.

Υπάρχει ένα ακόμη επίπεδο προβληματισμού που προσωπικά θεωρώ ακόμη πιο σημαντικό. Υπάρχουν ιστορικές στιγμές που μια κοινωνία έχει ανάγκη από ένα προωθητικό άλμα, διαφορετικά εισέρχεται σε βαθύ τέλμα, σήψη και μακρόσυρτη παρακμή. Τι συμβαίνει, αν για οποιοδήποτε λόγο η αριστερά δεν μπορέσει να επιβάλει ή να συμβάλει σε μια τέτοια διέξοδο; Πώς καλύπτεται δηλαδή το κενό της αριστεράς ή η αποτυχία της να ανταποκριθεί σε ώριμες ανάγκες που έχουν να κάνουν με τη συνολική κίνηση ενός κοινωνικού σχηματισμού;

Φοβούμαι πως η Ιστορία έχει να μας δώσει μερικές ανησυχητικές απαντήσεις. Σε πολλές περιπτώσεις το κενό της αριστεράς καλύπτεται με διάφορες μορφές επιθετικού εθνικισμού, ρατσισμού και φασισμού. Υπό την έννοια αυτή τα όσα συμβαίνουν στον Άγιο Παντελεήμονα ή την Πλατεία Αττικής μπορούμε να τα δούμε όχι ως κάποιες γραφικότητες αλλά ως μικρογραφίες του μέλλοντος, σήματα κινδύνου που παραπέμπουν σε μια κοινωνία που βαθμιαία περιέρχεται στον έλεγχο συμμοριών με ή χωρίς πολιτικό προσωπείο. Ποια αριστερή δύναμη μπορεί να αγνοήσει αυτές τις προκλήσεις ή μπορεί να εγγυηθεί πως μόνη της μπορεί να τις αντιμετωπίσει;



Ο τρόπος και ο χρόνος

Είναι όμως εφικτή σήμερα μια μορφή συμπαράταξης των ευρύτερων δυνάμεων της αριστεράς και, αν ναι, τι μορφή θα μπορούσε να πάρει και πάνω σε ποιους στόχους, αιτήματα ή προγράμματα θα μπορούσε να επιχειρηθεί; Τα ερωτήματα του τύπου αυτού, αν και είναι νόμιμα, περικλείουν μια αντίφαση που ακουμπά στον πυρήνα του αριστερού εγχειρήματος.

Πώς είναι δυνατόν μια δύναμη που θεωρεί εφικτή την αλλαγή της κοινωνίας και την υπέρβαση του καπιταλισμού να θέτει υπό αμφισβήτηση τη δυνατότητα αλλαγής των δικών της όρων ύπαρξης; Πώς είναι δυνατόν μια δύναμη που, όπως η αριστερά, ζητά την αλλαγή της συνείδησης των άλλων, να θέτει υπό αμφισβήτηση τη δυνατότητα αλλαγής της δικής της συνείδησης;

Η υπόθεση της κοινής δράσης της αριστεράς, στην προοπτική της συμπαράταξής της, έχει να κάνει όχι μόνο με τη δύναμη ή την αποτελεσματικότητά της, αλλά τελικά και κυρίως με την αξιοπιστία και τη δυνατότητά της να ασκήσει ηγεμονική πολιτική. Γι' αυτό άλλωστε η ιστορία της αριστεράς είναι γεμάτη από εμπειρίες όχι μόνο διασπάσεων, αλλά και δύσκολων ενοποιήσεων και ανασυγκροτήσεων.

Τα ερωτήματα λοιπόν ως προς τον τρόπο, τη μορφή, τη μέθοδο πρέπει να τεθούν προς συζήτηση στον κόσμο της αριστεράς με την πεποίθηση πως μπορούν να επιλυθούν. Η διάσταση όμως του χρόνου είναι πιο κρίσιμη διότι ο χρόνος δεν εξαρτάται από μας. Η μέχρι τώρα πορεία της κρίσης ήταν έως ένα βαθμό προβλέψιμη, όχι ως προς τις διαστάσεις της αλλά ως προς τα στάδια της εξέλιξής της. Τώρα όμως έχουμε μπει σε αχαρτογράφητες περιοχές.

Η φάση σχετικής πολιτικής σταθερότητας του συναινετικού δικομματισμού έχει λήξει και οι αναζητήσεις για την ανασύστασή του υπό νέα μορφή έχουν αρχίσει. Παράλληλα οι αντιθέσεις στις κορυφές της κοινωνίας θα ενταθούν διότι η διάταξη των δυνάμεων και στα ρετιρέ της κοινωνίας δεν θα μείνει ανέγγιχτη. Ανεξάρτητα από το αν και πότε θα γίνουν πρόωρες εκλογές, η παρούσα Βουλή μάλλον θα αποδειχθεί μεταβατική, όπως και προεκλογικά λέγαμε.

Οι εξελίξεις δεν θα είναι λοιπόν γραμμικές και μπορούν ανά πάσα στιγμή να πάρουν τη μορφή χιονοστιβάδας. Η αριστερά πρέπει τουλάχιστον να κάνει ό,τι μπορεί για να διαψεύσει το σύνδρομο που τη θέλει σε κρίσιμες στιγμές, όταν συμβαίνουν αυτά που έχει διαβλέψει, η ίδια να είναι «ανέτοιμη».

Είναι λοιπόν άμεση ανάγκη, ανεξάρτητα από τις όποιες γενικότερες εξελίξεις, η ενίσχυση της συνοχής του Συνασπισμού και η ανασύνταξη του ΣΥΡΙΖΑ σε πιο σαφείς και αλληλέγγυες βάσεις, με στόχο να δράσουν προωθητικά στις ενωτικές διεργασίες που πρέπει να αναπτυχθούν και στις ευρύτερες ανακατατάξεις που ωριμάζουν.